Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Αυτοβιογραφία του Αρβανίτη Ναυάρχου Αλ. Σακελλαρίου

                                                  Σάββατο, 28 – 11 – 2015, Στεφάνου Οσιομάρτυρος
1912 – ΕΛΛΑΣ : Ένα θωρηκτό, το « ΑΒΕΡΩΦ ». Δωρεά του μεγάλου ευεργέτου Αβέρωφ, Χριστιανού Ορθόδοξου και βλάχου στην καταγωγή.

Ένας ναύαρχος, Παύλος Κουντουριώτης, Χριστιανός Ορθόδοξος και Αρβανίτης στην καταγωγή.

Ένα πλήρωμα του θωρηκτού. Διαλεγμένοι ένας – ένας, από τον Παύλο Κουντουριώτη, όλοι τους Χριστιανοί Ορθόδοξοι και Αρβανίτες στην καταγωγή.

Ο μεγάλος και άξιος ναύαρχος διατηρούσε Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου στο θωρηκτό, ο οποίος λειτουργούσε κάθε Κυριακή. Ο ίδιος ο κυβερνήτης, οι αξιωματικοί και το πλήρωμα έκαναν αλάδωτες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές.

1912 Τουρκία : Πολλαπλάσια θωρηκτά και πολλαπλάσια πληρώματα. Μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, λατρεύοντες τον Εωσφόρο.

Γιατί κερδίζαμε τις μάχες τότε; Γιατί είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι με βίωμα και είχαμε πιασμένο το χέρι Του Χριστού μας, που μας οδηγούσε στις νίκες!!!

Να τολμήσω μία σύγκριση με το σήμερα ;

Αντίχριστοι και προδότες, ανώτεροι αξιωματικοί, κοινοποιούν αποφάσεις στα στρατευμένα νιάτα της Πατρίδας, που τους απαγορεύουν να φέρουν τον Τίμιο Σταυρό Του Χριστού μας στο στήθος!!!

Ακολουθεί η εκπληκτική αυτοβιογραφία του ναυάρχου, μεγάλου ήρωα, Αλεξάνδρου Σακελλαρίου, καταγομένου από το χωριό μου, τα Κούντουρα Αττικής. Απ’όπου κατάγεται και ο ίδιος ο Παύλος ο Κουντουριώτης, οι Κουντουράκηδες της Κρήτης και όλοι οι Κουντουριώτες όπου γης.

Αυτούς τους μεγάλους ήρωες, ο Μητροπολίτης Προικοννήσου, Ιωσήφ Χαρκιολάκης, στο τελευταίο συγγραφικό του έργο, με τίτλο « Κεράμειον Ύδατος », τους ταυτίζει με τους « Τούρκους » και τους « Αράπηδες ».

                                                       ΙΩΣΗΦ ΧΑΡΚΙΟΛΑΚΗ

Είσαι εχθρός Του Χριστού μας, μέγας πρόδρομος Του Αντιχρίστου και εξωμότης της ωραίας μας Πατρίδας!

Χάρισες ( με ποιο δικαίωμα άραγε; ) το εθνικό όνομα Αρβανίτες, με όλους τους Τριαδικώς βαπτισθέντας Αγίους ευεργέτες και ήρωες Αρβανίτες, στους εχθρούς! Την ίδια στιγμή, που η πάσχουσα Πατρίδα μου έχει κατακλεισθεί από εκατομμύρια μουσουλμανικά μεμέτια!

Είναι δυνατόν, εσύ να είσαι φίλος Του Χριστού και της Πατρίδος;

Μία παράγραφο ακόμα, και θα σας αφήσω ν’αναγνώσετε με την ησυχία σας. Δεν είμαι έτοιμος, τώρα, να παρουσιάσω τη συνέχεια του σφιχτού εναγκαλισμού του ήρωα με τη μεγάλη προσωπικότητα των αδελφών μας, Ποντίων στην έκθεση Θεσσαλονίκης.

Σ’εκείνη την περιγραφή, θα σας αποκαλύψω ονόματα προδοτών της φιλτάτης Πατρίδας μας, που είναι χρονολογικά πατέρες και παππούδες των σημερινών προδοτών των μνημονίων.

Καλή ανάγνωση, καλή μετάνοια και στον Παράδεισο! Δόξα Τω Θεώ ημών! Αγωνιστείτε για την όντως ενωμένη Ρωμηοσύνη! Αυτή μας λείπει!

Η εκπληκτική βιογραφία του ναυάρχου που ακολουθεί, είναι γραμμένη πριν από πολλές δεκαετίες. Διαβάζοντας το κείμενο αυτό, προς το τέλος του, και η αναφορά στο θερμό εναγκαλισμό του ναυάρχου με την προσωπικότητα των Ποντίων, υποψιάζομαι με αγαθό τρόπο, ότι το κείμενο αυτό προλογίζει θαυμαστώς, το κείμενο που θ’αναρτήσει το παρόν blog, την ερχομένη Κυριακή 6 – 12 – 2015, και είναι αποκαλύψεις της Παναγίας Σουμελά για τα μέλλοντα να συμβούν στην Κωνσταντινούπολη, Πόντο, Καππαδοκία, Μικρά Ασία, Κύπρο και Ελλάδα!!!

Εύχομαι, από μέσης καρδίας, καλό υπόλοιπο της Σαρακοστής!

Στους αγαπώντας τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, εύχομαι καλά, χαρούμενα και ειρηνικά Χριστούγεννα! Ο Θεός μεθ’ ημών!

                                                     Ο Κύριος Ιησούς Χριστός

και η Υπεραγία Μητέρα Του

η επονομαζομένη

Παναγία Αρβανίτισσα

να σας ευλογούν.

Γέρων Νεκτάριος Μοναχός

Αγιορείτης

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΧΟΥ

«ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ»


Ο Ναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου
 Η ΦΥΤΡΑ ΜΟΥ….

 Εγεννήθηκα το 1887 στη Μάνδρα της επαρχίας Μεγαρίδος, ένα Αρβανιτοχώρι, όπου η καθομιλουμένη γλώσσα ήσαν τα Αρβανίτικα, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι η ψυχή των δεν ήτο ολότελα Ελληνική.

Ως μικρό παιδί, θυμάμαι, ότι κατά την εορτή του Ευαγγελισμού, ομαδόν ξεκινούσαν από τη Μάνδρα δεκάδες οικογενειών δια την μονή του Δαφνίου, κειμένη εις την δυτική πλευρά της οροσειράς του Αιγάλεω για μνημόσυνο των πεσόντων εις τον άγιο αγώνα του 1821.

Αλλά, όλοι εμείς οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου, εκαλούμεθα και καλούμεθα σήμερον ακόμα Κουντουριώται. Και επί τη ευκαιρία θ’ αναφέρω ένα σχετικό ανέκδοτο με τον ηρωικό μας ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, τον αρχηγό του στόλου μας, κατά τους ένδοξους πολέμους μας το 1912 έως 1913.

Κατά την ναυμαχία της Άκρας Έλλης, ως νεαρός Ανθυποπλοίαρχος, διοικούσα τον πρωραίον πύργο του θωρηκτού μας «Γ. ΑΒΕΡΩΦ». Ο Ναύαρχος Κουντουριώτης εθεώρει ολόκληρο το Αιγαίον ως ελληνική θάλασσα και συνεπώς, ως ατομική προσβολή του, το θράσος του τουρκικού στόλου να μολύνει με την εμφάνισή του τα ευγενή ύδατα του Ελληνικού Αιγαίου Πελάγους.


Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης 

Περιπολών δε με τον ελληνικό στόλο εις το βόρειο Αιγαίον επετέθη ολοταχὠς κατά του τουρκικού και εξετέθη εις τα πυρά των πυροβολείων των Δαρδανελίων, τα οποία έβαλον κατά του Αβέρωφ, όστις πλέον ολοταχώς είχε αφήσει οπίσω όλα τα άλλα βραδυπλοούντα πλοία του ελληνικού στόλου.

Η πρώτη ναυτική νίκη ενθουσίασε ολόκληρο τον Ελληνικό Λαό και η Ελληνική αυτή νίκη υποχρέωσε την κυβέρνηση μας, υπό του μεγάλου μας πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου, μαζί με τα συγχαρητήριά της εις τον Κουντουριώτη, να του συστήσει να μην εκθέτει την ασφάλεια των πλοίων του ελληνικού στόλου, πλησιάζον εντός της ακτίνος βολής των ισχυρών πυροβολείων των Δαρδανελίων. Και ο Κουντουριώτης με την αρχοντική απλότητα της γλώσσας του, ευχαριστών, πρόσθεσε ότι το αυτό πρόκειται να επαναλαμβάνεται, εάν τολμούσαν οι Τούρκοι να ξανακατέβουν εις το Αιγαίον.

Κατά την ημερομηνία της 3ης Δεκεμβρίου 1912, που έλαβε χώρα και η πρώτη ένδοξος ναυμαχία κατά του υλικώς εις αριθμόν πλοίων και πυροβόλων υπερτέρου από ημάς τουρκικού στόλου, είχα βάρδια, όπως ημείς οι ναυτικοί ονομάζομε την τετράωρη υπηρεσία μας επί της γέφυρας, είχε σχεδόν τελειώσει η βάρδια μου με το τηλεσκόπιο που έφερα, διακρίνω εν αρχή καπνούς από φουγάρα πλοίων και τέλος πολεμικά πλοία, το σύνολον του τουρκικού στόλου που εξέπλεε από τα στενά των Δαρδανελίων προς το Ελληνικό Αιγαίον.

Τρέχω αμέσως και ανέβηκα εις την γέφυρα του Αβέρωφ, δια να αναφέρω εις τον Ναύαρχο Κουντουριώτη το ανωτέρω γεγονός.

Εντύπωση μου έκανε η απάντηση του γενναίου αυτού Έλληνος ευπατρίδη. Σταυροκοπήθηκε και αναφώνησε «Δόξα τω Θεώ»!

Κατέβηκα αμέσως εις τον πύργο μου και μετά την έναρξη της ναυμαχίας ἐβαλλον συνεχώς και δια των δύο πυροβόλων, που διώκουν μέχρι και της τελευταίας βολής κατά των φευγόντων προς κάλυψη των εντός των Δαρδανελίων τουρκικών πλοίων.

Μετά το τέλος της ναυμαχίας, με κάλεσε ο Ναύαρχος εις την γέφυρα. Ο Ναύαρχος με φιλεί και μου τονίζει δυνατά, για να ακουσθεί από όλους: «Μπράβο σου παιδί μου, μ έβγαλες ασπροπρόσωπο».

Έκτοτε ο Ναύαρχος Κουντουριώτης με προήγαγε εις ένα, τον αξιότερο, άνδρα του επιτελείου του. Και έκτοτε δοκίμασα την ζηλοτυπία του περί εμέ και τας μεγάλας δοκιμασίας που δοκίμασα εις τον μετέπειτα δημόσιον βίο εις την Πατρίδα μας.

Κατά τας μετά του Κουντουριώτη ομιλίας μου, μου εδόθη η ευκαιρία να αποκαλύψω  εις αυτόν, ότι είμεθα συμπατριώται από το ίδιο χωριό, τα Κούντουρα, διότι πολλοί κόλακες, από τόσους που αφθονοὐν εις τον ευλογημένο τόπο μας, τον είχαν πείσει, ότι κατάγεται από ευγενή οικογένεια των πρώτων  μετά Χριστιανών, της Βυζαντινής μας Αυτοκρατορίας. Και εδώ του εξήγησα την ιστορία της κοινής μας πατρίδος των ΚΟΥΝΤΟΥΡΩΝ.

Κατά την προ του άτμηρος ναυτικού περιόδου, όλοι οι ναυτικοί Στόλοι, αποτελούντο από ιστιοφόρα-πλοία.

Τα Κούντουρα ήσαν ένα χωριό, επί της νότιας πλευράς της Πάρνηθας, πλησίον του και σήμερον ακόμη σωζομένου Μοναστηρίου του Αγίου Μελετίου. Την ευλογημένη εκείνη εποχή η Πάρνης ήτο κατάφυτος από τεράστια υψηλά πεύκα και έλατα.

Τα υλικά αυτά φόρτωναν επί πλοίων ερχομένων και αγκυροβολούντων εις τον κόλπο της Ελευσίνας προς μεταφορά εις τα διάφορα ναυπηγεία της Μεσογείου. Ένα παιδάκι από τα Κούντουρα, που είχε ξεγλιστρήσει μέχρι του κόλπου της Ελευσίνας, στέκονταν, απενθαύμαζε ένα από τα θεάματα, τα οποία μας αφήρεσαν η χρησιμοποίηση του ατμού με τα μονότονα και ομοιόμορφα σχήματα των συγχρόνων πολεμικών ή εμπορικών ναυπηγημάτων μας. Κατάρτια, κεραίες, σχοινιά και τροχαλίας χειρισμού αυτών κλπ. Ο επί του καταστρώματος περιπατών ναύκληρος του πλοίου, συγκινηθείς και από την περιέργεια του παιδιού που αποθαύμαζε το πλοίο και από την ευγένεια του παρουσιαστικού του, του πρότεινε να τον επιβιβάσει στο πλοίο του, πράγμα, που ευχαρίστως απεδέχθη ο νέος.

Όταν το καράβι απέπλευσε, προσήγγισε τότε εις την Ύδρα, δι’ εφοδιασμού σε νερό, τρόφιμα και λοιπά του πλοίου εφόδια.

Οι Υδραίοι και αυτοί αρβανιτόφωνοι, ερώτουν τον καπετάνιο : «Τσι ίστι κι;», δηλαδή «Τι είναι αυτός;» και η απάντηση «Ἰστ Κουντουριώτ», «Είναι Κουντουριώτης», έμεινε ως πατρωνυμία του νεαρού. «Αυτός είναι ο πρόγονός σας, κύριε Ναύαρχε», ήταν η επωδός της στιχομυθίας αυτής κα η αρχή της δημόσιας ζωής εις την οποία έκτοτε μπήκα. Διότι ο Κουντουριώτης, πανελληνίως ανεγνωρισμένος εθνικός ήρωας, εζήτησε βραδύτερον να γνωρίσει τας λεπτομερείας του τόπου της γενιάς τους. Τον πέρασα από το Αιγάλεω και εις το παρακάτω μοναστήρι κατέβηκα ν ανάψω ένα κερί (διότι εκεί με βάφτισαν ως πρώτο παιδί οι γονείς μου) δια την βοήθεια, που ο Θεός μου έδωσε ν αναδειχθώ εις την ζωή μου. Εις την Μάνδρα συναγερμός όλων, διότι «το παιδί τους», όπως με αποκαλούν, τους έφερε να επισκεφθή το άσημο χωρίο τους ο εθνικός ήρωας Κουντουριώτης. Μετά την τελετή εις την εκκλησία, εζήτησε να επισκεφθεί το σπίτι της γεννήσεως μου.

Εκεί τον υπεδέχθη η μάνα μου, που φορούσε το σηγκούνι, την εγχώρια γυναικεία αμφίεση, διότι σιχαινόταν να φορέσει οιανδήποτε άλλην ευρωπαΐζουσα αμφίεση. Μόλις την είδε ο Κουντουριώτης έσπευσε να την φιλήση λέγοντας «Ε! Τώρα καταλαβαίνω, γιατί γέννησες ήρωα». Η φράση αυτή με κατάντησε σεβαστό εις όλο το χωριό μου και υπήρξε η αρχή της πολυπαθούς, πλην ενδόξου σταδιοδρομίας μου, την οποία εντέλει εξουδετέρωσαν οι φαύλοι πολιτικάντηδες αντίπαλοι μου, με την εξορία μου εις Αμερική, με την οποία τελείωσε η εθνική μου δράσις δια το μεγαλείον της ενδόξου πατρίδος μας.

Το 1902 μπήκα εις την Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, η οποία ήτο εγκατεστημένη επί μίας ατμοκινήτου φρεγάτας του παλαιού καιρού, αραγμένης μονίμως εις την άκρη του μόλου του Ξαβερίου του λιμένος του Πειραιώς.

Όταν η εποχή και ο καιρός επέτρεπον, παίρναμε όλοι οι δόκιμοι το μπάνιο μας από τη θάλασσα, η οποία τότε ήταν πεντακάθαρη.

Σήμερα ο βιομηχανικός πολιτισμός μόλυνε τα πάντα. Και αυτό το καμάρι κάθε ελληνικής ψυχής.Την ασύγκριτης ωραιότητας θάλασσα μας, την οποία εξύμνησαν όλοι οι ποιητές δικοί μας και ξένοι.

Δάσκαλος στη ναυτική τέχνη και την ιδιότυπη ναυτική γλώσσα του ονοματολογίου, που από το μέσο του προηγουμένου αιώνος είχε αντικαταστήσει την αρβανίτικη ναυτική ονοματολογία των αθανάτων προγόνων μας του έπους του 1821, ήτο ο γηραιός απόστρατος ανθυποπλοίαρχος Γεώργιος Πέπας. Αυτός ο Πέπας, που από απλός εθελοντής ναύτης, που κατετάγη νεαρός εις το Ναυτικό, πέτυχε να φθάσει εις τον ανώτατον βαθμό της ιεραρχίας. Με είχε «Θεός σχωρές τον», εις ιδιαιτέρα εύνοια ως αρβανιτομαθή.

 Για την αντιγραφή
Μελέτης Χ. Μαρούγκας

 Η αυτοβιογραφία θα συνεχισθεί στο επόμενο τεύχος της Αυτονόης. Το πολυτονικό σύστημα του αυθεντικού κειμένου δεν μπορούσε να αποδοθεί στον Η.Υ. (Το αυθεντικό κείμενο της αυτοβιογραφίας είχε δοθεί σε φιλοσυμπολεμιστή του Ναυάρχου. Το βρήκε ο Μελέτης Μαρούγκας του Κων/νου και το έδωσε στο περιοδικό ΑΥΤΟΝΟΗ. Ελπίζουμε στο επόμενο τεύχος να έχουμε φωτογραφίες του Ναυάρχου)
2ο ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΧΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

Το 1887 εγεννήθην και το 1899 οι γονείς μου με έκλεισαν εσωτερικό εις ένα σπουδαίο σχολείο των Αθηνών, λεγόμενο Εθνικό Λύκειο, με εντολή να μου φέρονται αυστηρότατα, διότι είχα καταντήσει αφόρητος εις το σπίτι μου με τας ακρότητας μου.

___________________________________________________________________

Η ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΜΟΥ

   Εις το Εθνικό Λύκειον, νόμισα, ότι μπορούσα να εξακολουθήσω να παίζω τον σημαίνοντα ρόλο, που έπαιζα μεταξύ της νεολαίας της Μάνδρας, της γενέτειρας μου.

    Από την πλάνη αυτή με έβγαλε ένας Αθηναίος, ονόματι Λιζάρδος. Αγνοώ, τι απέγινε αυτός αργότερα. Τότε όμως, εις μίαν συμπλοκή μου μαζί του δοκίμασα ένα νέον όπλο επ αυτού. Μου κοπάνησε μίαν κουταλιά, που μου έσπασε μάλιστα έναν κοπτήρα από τα δόντια μου. Όλη μου η ζωτικότητα τότε έπεσε εις την μάθηση.

    Γίνηκα ένας από τους πρώτους μαθητάς της τάξεως μου. Κάθε βράδυ ένας λαμπρός καθηγητής μας των Γαλλικών μας έκανε μάθημα γαλλικής γλώσσας.

    Μας διηγείτο μίαν ιστορία γαλλιστί με σκοπό, ποιος ημπόρει να την επαναλάβει.

    Αποτέλεσμα, μετά έναν χρόνο σήκωσα τον δείκτη του χεριού μου, αποτεινόμενος εις τον καθηγητή καταφατικώς και τσάτρα-πάτρα, του επανέλαβα την ιστορία γαλλιστί. Έτσι μετά δύο χρόνια έμαθα και μιλούσα γαλλικά.

    Κάθε Κυριακή, οι εσωτερικοί μαθηταί του Εθνικού Λυκείου, βγαίναμε περίπατο. Μέχρι του Θων, όπου τότε εξετείνετο η Αθήνα, μεγαλούπολη των 100 χιλιάδων κατοίκων και εθεωρείτο μακρύς τότε ο περίπατος αυτός. Εις ένα εξ αυτών μου γεννήθηκε η περιέργεια, τι ήτο ένας νέος φέρων την στολή της Σχολής των Ναυτικών Δοκίμων, με το ξιφίδιο κρεμασμένο αριστερά από ένα τελαμώνα από λουστρινένιο δέρμα.

    Τόσο ενθουσιάστηκα από το θέαμα αυτό, ώστε αποφάσισα να γίνω και εγώ Αξιωματικός του Ναυτικού.

    Το 1902 μπήκα εις την Σχολή διαγωνισθείς με μίαν εκατοντάδα, σχεδόν υποψηφίων….

    Το 1906 απεφοίτησα της Σχολής Δοκίμων και ως Σημαιοφόρος πια καμάρωνα τον εαυτόν μου, διότι πάντοτε το Πολεμικό μας Ναυτικό, ιδίως τότε, ήτο αγαπητό από τον Ελληνικό Λαό, υπηρέτησα εις τα παλαιά μας θωρηκτά και κατά τας ώρας της σχολής μου διάβαζα και έμαθα μόνος μου την γλώσσα του μεγαλυτέρου τότε πολεμικού ναυτικού της γης, του Βρετανικού Στόλου.

    Ο τότε εμφανισθείς εις το ελληνικό στερέωμα μεγάλος πολιτικός μας, Ελευθέ-ριος Βενιζέλος, προς αναδιοργάνωση των ενόπλων μας δυνάμεων δια των κατά της Τουρκίας πόλεμο, κάλεσε δύο ξένας αποστολάς αξιωματικών, Γαλλικής δια τον στρατό και Αγγλικής δια τον ναυτικν. Τότε μου δόθηκε η ευκαιρία ανέσεως χρόνου και έγραψα «Το Εγχειρίδιον Αρμενιστού» περιγράφων τους τρόπους εκτελέσεως των διαφόρων εργασιών με σχοινιά και ;;;;;;;;; προς χρήση αξιωματικών και κατωτέρων στελεχών του Στόλου. Πολύ ολίγοι ήσαν τότε οι αξιωματικοί που γνώριζαν αγγλικά, της γαλλικής κυρίως χρησιμοποιουμένης μεταξύ των μελών της κοινωνίας μας.

    Τότε ο μέγας πολιτικός μας Βενιζέλος, διαβλέπων τον επερχόμενο πρώτον Βαλκανικό πόλεμο, ηγόρασε το ένδοξο θωρηκτό μας «Γ. ΑΒΕΡΩΦ», το οποίον μας εξασφάλισε την κυριαρχία μας εις τον Αιγαίον, με τας δύο ενδόξους  ναυμαχίας μας της «Άκρας Έλλης» και της «Λήμνου-Τενέδου».

    Είχα προπολεμικώς τοποθετηθεί, ως Αγγλομαθής, ως υπασπιστής της Βρετανικής Ναυτικής Αποστολής και όταν ηγοράσθη το πλοίο τούτο έτοιμο εις τα Ιταλικά ναυπηγεία του Λιβόρνο, εζήτησα και τοποθετήθηκα επ΄ αυτού. Οι μοντέρνοι πύργοι και πυροβόλα του Αβέρωφ με παρακίνησαν να τα μελετήσω επισταμένως και να τα περιγράψω, του υπουργείου Ναυτικού υποχρεώνοντας να τυπώνει τα τέσσερα τεύχη της περιγραφής και εξυπηρετήσεως των πυροβόλων και των πύργων του Αβέρωφ, προς γνώσιν αυτών από το προσωπικό του πλοίου, όπως ανέφερα.

    Και έτσι φθάνομε εις την περίοδο των ενδόξων μας Βαλκανικών πολέμων, κατά τους οποίους υπηρέτησα ως διοικητής του πρωραίου δεξιού πύργου των 190 χλμ. του ενδόξου θωρηκτού μας «Γ. ΑΒΕΡΩΦ», με Ναύαρχο τον ένδοξο ευπατρίδη Παύλο Κουντουριώτη.

    Κατά το δράμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αρχίζει το μαρτύριο της πατρίδος μας. Ο πρωθυπουργός Βενιζέλος, με την διαίσθηση της μεγαλοφυούς του κρίσεως, κηρύσσεται υπέρ της συμμετοχής εις αυτόν, παρά το πλευρό των Δυτικών Δυνάμεων της Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας. Όλοι οι άλλοι πολιτικοί κηρύσσονται υπέρ της ουδετερότητας και επακολουθεί ο Εθνικός Διχασμός, που κατέστρεψε όλα τα ιδανικά της ελληνικής φυλής.

    Εγώ ο ηλιθίως εμπαθής φιλοβασιλικός ευρέθην υποχρεωμένος να εγκαταλείψω το πάτριο έδαφος, το οποίο μόλυνε ο Ιταλός κατακτητής και να καταφύγω εις την Αίγυπτο, όπου κατέφυγε η Ελληνική Κυβέρνηση. Ένας υπόπτου προελεύσεως άνθρωπος προεχρίσθη ως πρωθυπουργός της εν εξορίας ελληνικής κυβερνήσεως, τον οποίον, λόγω της ευελιξίας είχαν αποκαλέσει «Έγχελυς ο Τσουδερός», κατέστη δικτάτωρ των τυχών της πατρίδος μας, δρώντας, εν αρχή μεν εξ Αιγύπτου, όπου όλοι μας κατεφεύγομε προς αποφυγήν της επιδρομής των νέων Ούννων του κόσμου, των Γερμανών του Χίτλερ και βραδύτερον εις Αγγλία, της πρωτεύουσας αυτής, το Λονδίνο.

    Βραδύτερον, όπως προανέφερα, ο πρωθυπουργός Τσουδερός, παραλαβών τον Βασιλέα, εγκαθίσταται εις Λονδίνο, αφήνων σύξυλα τα πάντα εν Αιγύπτω όπισθεν του. Ουδέ μίας στοιχειώδους ευγενούς απαντήσεως με απαξίωσεν εις τους τόσον λεπτομερώς αναπτυσσομένους υπ εμού προς αυτόν εκ θέσεως μου, επί των συμβαινομένων διαφόρων τυχοδιωκτών, οι οποίοι συνεκεντρώνοντο εκεί, όπως τα αρπακτικά όρνεα εις τα ψοφίμια, δια να κορέσουν τας ανόμους φιλοδοξίας τους.

    Και το τέλος της σταδιοδρομίας μου συντελείται μετ’ ολίγον, όταν τηλεγραφικώς μου αναγγέλλεται «Αποδεχόμενοι την παραίτηση του Ναυάρχου Σακελλαρίου, αποστέλλομε αυτόν εις Ηνωμένας Πολιτείας της Αμερικής, εις Ουάσιγκτον επί ειδικής αποστολής», θρασύ τηλεγράφημα αποδεικνύον τον αδίστακτο προ των φιλοδοξιών του χαρακτήρα του δόλιου εκείνου ανθρώπου.

    Και έτσι εγνώρισα τον διαιτητή στάση διαφοράς των διαφόρων κρατών, μεταξύ των παλαιών και νέων, εκ του πολέμου δημιουργηθέντων κενών, ήτις πολύ με βοήθησε να αντιληφθώ τον νέο κόσμο, παλαιών και νέων κρατών της εκ των νέων πολέμων δημιουργηθείσης διεθνούς καταστάσεως και των συνηθειών των διαφόρων κοινωνιών του πλανήτη μας.

    Και ο διαιτητής αυτών έγινε σήμερον η Δημοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η οποία δίδει τον τόνο της καθ’ ημέρα ζωής των ατόμων.

    Έως πότε όμως; Ἀγνωστο. Διότι είναι άγνωστο, εάν οι άνθρωποι όλων των φυλών της υφηλίου θα προτιμούν την λογική του διαλόγου αντί των πολεμικών επιχειρήσεων, όπως αποφεύγουν τας μεταξύ τους προστριβάς προς επίλυση των οικονομικών, κοινωνικών ή πολιτικών διαφορών.

    Και δια τούτο αφήνω ως κύκνειο μου άσμα την παρούσα διατριβή μου προ του τέλους της πολυπαθούς και μακράς -άγω τώρα το 93ον έτος από της γεννήσεως μου- με όλη την εν τω μεταξύ αποκτηθείσα πείρα του βίου μου.       

                  Υ.Γ. Το τελευταίο μέρος της αυτοβιογραφίας του Ναυάρχου Σακελλαρίου, θα δημοσιευθεί στο 3ο τεύχος της ΑΥΤΟΝΟΗΣ.


3ο ΜΕΡΟΣ Της ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΧΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
Βιογραφία μου από το 1910 με μερικά χαρακτηριστικά ανέκδοτα.

1932 Πλοίαρχος, 1935 Υποναύαρχος, 1945 Αντιναύαρχος

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 έλαβον μέρος εις τας ναυμαχίας επιβαίνων του θωρηκτού «Γ. Αβέρωφ» ούτινος είχον περιγράψει και τυπώσει εις 4 τεύχη.

Η ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΜΟΥ

 Εις τας ναυμαχίας της Άκρας Έλλης και της Λήμνου –Τενέδου, ο Ναύαρχος Κουντουριώτης μετά την πρώτη ναυμαχία, καθ ην όρμησε εναντίον των τολμησάντων να του διεκδικήσουν την επί του Αιγαίον κυριαρχία, επειδή μόνον ο πύργος μου έβαλλε απ’ αρχής μέχρι τέλους της ναυμαχίας, ενώ όλων των υπολοίπων τα κλείστρα των πυροβόλων φρακάρισαν, σταματήσαντα την βολή, μ’ εφώναξε επί της γέφυρας και με φίλησε φωνάζοντας, δια να γίνει ακουστός απ’ όλους. «Μπράβο, παιδί μου, διότι σήμερα μ’ έβγαλες ασπροπρόσωπο».

    Μετά το τέλος του πολέμου μου εζήτησε να γνωρίσει τους γονείς μου «και τον οδήγησα εις το εν Μάνδρα σπίτι μου, όπου εν συναγερμώ τον υποδέχθησαν οι συμπολίτες μου και όταν είδε την μητέρα μου, σκύβει και την φιλεί, λέγοντας «συγχαρητήρια, διότι γέννησες έναν τέτοιο ήρωα». Ἐκτοτε εγνώσθην εις το Πανελλήνιο «ως ο ήρωας του Β. Ναυτικού».

    Έπειτα προήχθην διαδοχικώς, το 1932 εις Πλοίαρχο, το 1935 εις Υποναύαρχο και το 1945 εις Αντιναύαρχο.

    Ακόμα μετά συγκινήσεως ενθυμούμαι το ηθικόν ΟΛΩΝ, απλών πολιτών, στρατευμένων, ανδρών και γυναικών, ότι θαρραλέοι αντιμετωπίζουν το μέλλον, τότε που η Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως αποκαλείτο η σημερινή Τουρκία, εξετείνετο από της Αδριατικής Θαλάσσης, μέχρι του Ευξείνου Πόντου και από του Αιγαίου και της μεσογείου μέχρι του εσωτερικού της Μικράς Ασίας, συνορεύουσα προς βορρά ταύτης μέχρι της Ρωσίας.

    Κατά την δευτέρα μας Ναυμαχία της Λήμνου – Τενέδου, επειδή όταν άρχισε από την αριστερή πλευρά μας και ο πύργος μου ευρίσκετο εις την δεξιά πλευρά, ανέβηκα εις υπερστέγασμα του μεσοστηλίου, για να χαζέψω.

    Δίπλα μου ένας ναύτης παρετήρει και αυτός βλέπων, ότι τα βλήματα των Τούρκων προέδιδον πλήρη έλλειψη συνοχής αναφωνεί: «Βρε τους κερατάδες! Ακόμα δεν έμαθαν να ρίχνουν;»

    Όταν επήγα ν αποχαιρετήσω την οικογένεια μου, ολίγον πριν αναχωρήσει ο Στόλος δια το Αιγαίον, η μακαρίτισσα μητέρα μου, φιλώντας με, καμίαν ευχή άλλη δεν μου διετύπωσε αποχαιρετώντας με, μόνον «Και νικητής», μου είπε, τίποτε άλλο. Αν και πολύ έκλαψε για το χαμό του ενός από τα τρία παιδιά της, που πολεμούσαν εις το μέτωπο, τον νεώτερον όλων, που παλικαρίσια έπεσε εις την Μικρά Ασία, με το

σπαθί στο χέρι, μετά την μάχη του Σαγγαρίου.

    Αλλά και αργότερα με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όταν ήμην Κυβερνήτης του ανιχνευτικού «Γέραξ», αλώνιζα την θάλασσα από την ανατολική ακτή του Ευξείνου μέσω στενών Βοσπόρου, της προποντίδος, των Δαρδανελίων, του Αιγαίου και της Μεσογείου, μέχρι των Στενών του Γιβραλτάρ και έτσι έδωκα την ελευθερία του Ελληνικού Εμπορικού Ναυτικού, να μονοπωλήσει τας εμπορικάς μεταφοράς της πλούσιας αμειβομένης ταύτης γραμμής.

    Και επειδή η νότια πλευρά της Μαύρης Θάλασσας αποτελείται από μίαν οροσειρά προς νότο της οποίας χωριά και πόλεις τουρκικά άφθονα υπάρχουν, θεώρησα χρέος μου να αδειάζω τα κανόνια του Γέρακος, βάλλων υπεράνω της οροσειράς, με την ελπίδα να πετυχαίνω και μερικούς από τους πατροπαράδοτους εχθρούς της φυλής μας.

    Μετά χρόνια κάθε Δεκέμβρη, αγκυροβολούσα εις Θεσσαλονίκη, για να τιμήσω την έκτοτε καθιερωθείσα «Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης».

    Εκεί ο Δήμαρχος έδινε και ένα επίσημο γεύμα εις τας προσωπικότητας της εκλογής του. Εις το γεύμα ο παρακαθήμενος μου, βλέπων με την στολή του Ναυάρχου μ ερωτά: «Μήπως γνωρίζεις ποιος είναι ο Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού, που το 1921 βομβάρδιζε το Τουρκικό έδαφος του Ευξείνου;». Εγώ φοβούμενος πάντα ότι πιθανόν και να σκότωνα ομογενείς της Τουρκικής Αυτοκρατορίας, προσπαθούσα να αποφεύγω να δίνω ορισμένη απάντηση εις τον ερωτώντα. «Μα γιατί ζητάτε επιμόνως να μάθετε αυτόν τον Κυβερνήτη;» και παίρνω την εξής απάντηση: «Και πληρωμένο να τον είχαμε, δεν θα είχε βαρέσει τόσο διάνα. Διότι εις έναν από αυτούς τους βομβαρδισμούς πέτυχε το σπίτι και αφάνισε ολόκληρη την οικογένεια του πιο αιμοβόρου Τούρκου μισέλληνα πασά της περιοχής».

    Τότε συνήλθα και είπα: «Εγώ». Ακόμα νιώθω να με πονούν τα πλευρά μου από το σφίξιμο του αγκαλιάσματος του θερμού αυτού πατριώτη του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

    Επίσης εις τη Μαύρη Θάλασσα αιχμαλώτισα ένα τούρκικο εμπορικό πλοίο, το οποίο παρέδωσα εις τας κρατικάς αρχάς, κρατήσας εις ανάμνηση μόνο ένα σωσίβιο του εις το οποίον αναγράφεται το όνομα του πλοίου «ΚΡΙΜ» και τον λιμένα της νηολόγησης του «RIZE» του Ριζάντα των προγόνων μας πρόσθεσα και εγώ την ημερομηνία της συλλήψεως του, 8η ΙΟΥΛΙΟΥ 1921 και είναι το μόνο λάφυρο που έχω εις την μακράν πολεμική ζωή μου.

    Έκτοτε σταδιοδρόμησα ομαλώς εις το Ναυτικό μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, προαχθείς το 1932 εις Πλοίαρχο, το 1935 εις Υποναύαρχο και το 1945 εις Αντιναύαρχο.

    Ήμουν Αρχηγός Γ.Ε. Ναυτικού κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιο Πόλεμο 1940-1945 και Αρχηγός του Στόλου. Κατά την περίοδο ταύτην εγενόμην Υπουργός Ναυτικού, Αντιπρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου και βραδύτερον Υπουργός Εθνικής Αμύνης. Ανήμερα του τραγικού Πάσχα του 1941 εγκατέλειψα την πατρίδα μας την 27ην Απριλίου τελευταίος, όταν έμπαιναν οι Γερμανοί στην Αθήνα μας.

    Διαρκούσης της μακράς ταύτης πολεμικής σταδιοδρομίας μου δεν έπαψα να μελετώ και να γράφω. Το 1915 «Το Εγχειρίδιον Αρμενιστού» που από της εποχής του Παλάσκα, κανείς δεν το συνέχισε. Το 1926 το πρωτότυπο έργον «Ιστορία του Πυροβολικού», κατά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

    Το 1930 τους τέσσερις τόμους «Νάρκαι», το 1944 «Η Θέση της Ελλάδος κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», το 1957 «Ταξιδεύοντας», καθώς και πολλά άρθρα εις εφημερίδας και περιοδικά.

    Διά την εν όλω δράσιν μου ετιμήθην με τα εξής παράσημα: Αριστείον Ανδρείας, Μεγαλόσταυρον Γεωργίου Α΄ μετά ξιφών, Ανώτερον Ταξιάρχην του Φοίνικος, Χρυσού Σταυρού Σωτήρος, Σταυρού Παναγίου Τάφου, Μεγαλόσταυρον του Γαλλικού.       

                                16η Νοεμβρίου 1978

                                      Α. Σακελλαρίου









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου