Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2019

Ο δεκαπεντάχρονος Άγιος Ιωάννης ο εκ Μονεμβασίας


Ο έφηβος Νεομάρτυς Άγιος ΙΩΑΝΝΗΣ
ο Μονεμβασιώτης (1758 - 21 Οκτωβρίου 1773)

Ένα πρότυπο για τους σύγχρονους εφήβους/νέους.
αλλά και για όλους και όλες χριστιανούς/νές.


ο Άγιος Ιωάννης ο Νεομάρτυρας από τη Μονεμβασιά
Εορτάζει στις 21 Οκτωβρίου 

Ιερά Λείψανα: 
• Η Κάρα του Αγίου και τμήματα χειρών και ποδών βρίσκονται στη Μονή Ζερμπίτσας Σπάρτης.
• Μέρος των Λειψάνων βρίσκονται στο Ναό των Αγίων 40 Μαρτύρων Λαρίσης.
• Μέρος του χειρός βρίσκεται στη Μονή Βουλκάνου Μεσσηνίας.

Nόμους φυλάττων νηστίμου καιρού πόθω,
Ζωήν έθυσας ω Iωάννη μάκαρ.

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης (21 Όκτωβρίου) καταγόταν από τα μέρη της Μονεμβασίας. Ο Ιερέας πατέρας του καταγόταν από το χωριό Γεράκι, αλλά ως Εφημέριος τοποθετήθηκε στο γειτονικό χωριό Γούβες, από οπού καταγόταν ή πρεσβυτέρα του και εκεί γεννήθηκε το 1758 και μεγάλωσε ό Ιωάννης. Από μικρός ο Ιωάννης προσπαθούσε να μιμείται τον Ιερέα-πατέρα του στη ζωή του, τον βοηθούσε στις Ακολουθίες της Εκκλησίας και πάντα θυμόταν ότι αυτός ήταν «παπα γιος» καί έπρεπε να προσέχει τη συμπεριφορά του, ώστε να είναι παράδειγμα για τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του.

Αλλά το έτος 1770 οί ορδές του Αλβανού Χατζή Οσμάν, αφού κατέπνιξαν κάθε σημείο ελληνικής αντιστάσεως, έφθασαν και στις Γούβες. Οι Αρβανίτες μεταξύ άλλων φόνευσαν καί τον πατέρα του Ιωάννη (πού δεν διασώθηκε το όνομα του) και στη συνέχεια αιχμαλώτισαν τον ίδιο καί τη μητέρα του καί τους μετέφεραν στη Λάρισα.

Εκεί τους πώλησαν δύο καί τρείς φορές τον καθένα ξεχωριστά και υστέρα από δύο χρόνια τους ξαναπώλησαν καί τελικά αγοράσθηκαν καί οί δύο από έναν Τούρκο από τη Θεσσαλονίκη, πού διέμενε στη Λάρισα. Μάλιστα ό Τούρκος δεν είχε παιδιά καί βλέποντας τα χαρίσματα του Ιωάννη, ό όποιος ήταν πολύ έξυπνος για την ηλικία του, πρόθυμος, πειθαρχικός καί σβέλτος στη δουλειά, σκέφθηκε μαζί με τη γυναίκα του νά τον κάνουν ψυχοπαίδι ιούς, δηλαδή νά τον υιοθετήσουν. Έτσι από τη στιγμή εκείνη καθημερινά το αφεντικό του προσπαθούσε νά διαστρέψει τον Ιωάννη από την Πίστη των Χριστιανών καί νά τον κάνει "Οθωμανό. Αρχικά προσπάθησε με κολακείες και υποσχέσεις καί κατόπιν με φοβέρες καί βασανισμούς, ώστε να κάμψει την αντίσταση του Ιωάννη, ό όποιος όμως έμενε στερεός καί ακλόνητος στη Χριστιανική Πίστη του.

Παράλληλα και ή γυναίκα του αφεντικού του προσπαθούσε καθημερινά με μαγείες καί σατανικά γητεύματα να ξεμυαλίσει τον Ιωάννη, ώστε να κυριευθεί από σαρκικές επιθυμίες καί έτσι να τουρκέψει. Αλλά ο Ιωάννης, έχοντας το Θεό μέσα του, έμεινε καθαρός απ' όλα. Ή θεία Χάρη τον φύλαξε απ' όλα τα διαβολικά τεχνάσματα της γυναίκας του Αγαρηνού.

Αφού κουράστηκε ο Τούρκος να παρακαλεί και να πιέζει τον Ιωάννη να αλλαξοπιστήσει θυμωμένος τον οδήγησε στην αυλή του Τζαμιού. Εκεί μαζεύθηκαν πολλοί Αγαρηνοί, πού προσπαθούσαν με χτυπήματα, φοβέρες καί σπαθισμούς νά τον κάνουν νά τουρκέψει. Ή απάντηση του όμως ήταν ξεκάθαρη:
  • «Εγώ Τούρκος δεν γίνομαι. Χριστιανός είμαι καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω»!
Έφθασε όμως και ή Νηστεία της Παναγίας, το Δεκαπενταύγουστο. Μόλις ό Τούρκος κατάλαβε ότι ό Ιωάννης δεν ήθελε νά χαλάσει τη Νηστεία καί νά άρτυθή, αποφάσισε νά τον κλείσει σ' ένα στάβλο. Εκεί τον κλειδαμπάρωσε για όλο το διάστημα των 15 ήμερων καί πότε τον κρεμούσε καί τον κάπνιζε με άχυρα καί πότε τον χτυπούσε με το σπαθί του προσπαθώντας νά τον κάνει νά φάει καί νά χαλάσει τη Νηστεία. Αλλά ό Ιωάννης όχι μόνο δεν έφαγε αρτυμένα φαγητά, αλλά οϋτε καν τα δοκίμασε. Προσευχόταν καί παρακαλούσε την Παναγία νά τον βοηθήσει νά μην αρτυθεί. Προτιμούσε καλύτερα νά θανατωθή παρά νά χαλάσει τη Νηστεία.

Βλέποντας ό αφέντης του ότι δεν πείθεται, τον άφηνε νηστικό 2 καί 3 ήμερες, χωρίς να του δίνει τίποτε να φάει. Από την άλλη μεριά, ή μητέρα του Ιωάννη, ίσως πιεζόμενη από τον Τούρκο αφέντη, στεκόταν κοντά στο γιο της καί βλέποντας τον αποκαμωμένο από τα βασανιστήρια καί από τη νηστεία, τόν παρακινούσε να φάει λέγοντας του:
  • «Φάε, γιε μου, από αυτά τα φαγητά, για να μην πεθάνεις, καί ό Θεός καί ή Παναγία σε συγχωρούν, γιατί δεν το κάνεις με το θέλημα σου, αλλά από ανάγκη. Λυπήσου καί εμένα τη φτωχή καί στενοχωρημένη μητέρα σου καί μη θελήσεις να πεθάνεις παράκαιρα καί με αφήσεις έρημη σ' αυτή τη σκλαβιά καί ξενιτειά».
  • Στίς παρακλήσεις αυτές της μητέρας του ό Ιωάννης απάντησε: 
«Γιατί κάνεις έτσι, μητέρα, καί κλαις; Γιατί δεν μιμείσαι τον Πατριάρχη Αβραάμ, ό όποιος για την πίστη καί ιήν αγάπη του στο Θεό θέλησε να θυσιάσει το μοναδικό γιο του,τον Ισαάκ, πού όμως ό Θεός τον διέσωσε με θαύμα;

Εσύ είσαι πρεσβυτέρα κι εγώ γιος Ιερέα καί Μάρτυρα καί πρέπει να είμαστε όχι μόνο πιστοί, αλλά καί υποδείγματα στους αδελφούς μας Χριστιανούς. Γιατί, αν δεν φυλάμε καί τα θεωρούμενα μικρά από τους Νόμους καί τα έθιμα της Εκκλησίας μας, πώς θα φυλάξουμε τα μεγάλα...;».



Ύστερα από αυτή την ακλόνητη στάση καί απάντηση του Ιωάννη, εξαγριωμένος πια ό Τούρκος του έδωσε μια θανατηφόρα μαχαιριά στην καρδιά καί μετά από δύο ήμερες ό Ιωάννης έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου, στίς 21 Οκτωβρίου 1773, ως Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης! Γιατί αμέσως ό Πανάγαθος θεός ετίμησε το μαρτυρικό του σώμα με ευωδία καί θείο φως, όπως και με πολλά θαύματα αργότερα!

Αφού δηλαδή ό Τούρκος αφέντης του τον εφόνευσε, πέταξε το μαρτυρικό του σώμα στο διπλανό του κήπο, για να τον φάνε οί σκύλοι. Καί όχι μόνο οι σκύλοι δεν έφαγαν το ιερό Λείψανο, αλλά έμειναν δίπλα του και δεν επέτρεπαν σε κανένα να το πλησιάσει, έτσι έμεινε φωτεινό και αναλλοίωτο, ενώ Χριστιανοί Λαρισαίοι είδαν φως ουράνιο να κατέρχεται σαν αστέρι επάνω του!Τότε ο μητροπολίτης Λάρισας που πληροφορήθηκε αυτά, εζήτησε την άδεια και ενταφίασε το ιερό Λείψανο χριστιανοπρεπώς.

Είχε όμως ο Άγιος αφήσει εντολή στη μητέρα του να μην αφήσει το λείψανο του στη λαρισαϊκή γη, αλλά μετά τριετία να κάμει εκταφή και να το μεταφέρει στην πατρίδα τους. Έτσι εκείνη παρέμεινε στη Λάρισα επαιτούσα για να ζει, ωσότου έγινε ή εκταφή του ιερού Λειψάνου του Αγίου από το Μητροπολίτη Λαρίσης, ό όποιος και το παρέδωσε στη μητέρα του. Εκείνη κατέχουσα τον ιερό θησαυρό κατέφυγε στην πατρίδα τους και διέμενε σ' έναν αδελφό της, στον οποίο και μόνο ανέφερε ότι κατέχει το ιερό Λείψανο του υιού της Αγίου Ιωάννου. Άφησε μάλιστα στον αδελφό της κι εκείνη εντολή, όταν αποθάνει και ταφή, να τοποθετήσουν δίπλα της τα ιερά Λείψανα του Αγίου, όπως και έγινε.

Αλλά ο Πανάγαθος, τιμώντας τον Άγιο, επέτρεψε στη συνέχεια την αποκάλυψη του, από την ευωδιά πού ανέδιδε το ιερό Λείψανο του καί από τα θαύματα πού έτελούντο άπ' αυτά.



Από τη γιορτή του αγίου Ιωάννου του Μονεμβασιώτου στην Σπάρτη

Έτσι το ιερό Λείψανο του Αγίου περιήλθε στην Ί. Μητρόπολη Μονεμβασίας, επί Μητροπολίτη Χρύσανθου, το 1818, καί ήδη κατέχεται από την Ί. Μητρόπολη Σπάρτης καί την Ί. Μονή Ζερμπίτσας Σπάρτης, ενώ τμήματα του κατέχουν καί οι Ί. Μητροπόλεις Μεσσηνίας καί Λαρίσης, όπου καί έχουν ανεγερθεί Ί. Ναοί επ' Ονόματι του Αγίου, όπως καί στην Παλλήνη Αττικής, ενώ στους επικαλούμενους αυτόν τελούνται θαύματα.


Άπολυτίκιον Ποίημα Μοναχού 
Γερασίμου Μικραγιαννανίτου

• Ήχος Γ' Προς το: Θείας πίστεως.Θεϊον γόνον Σε, Μονεμβασία, *ανεβλάστησε καρποφορούντα, *Ίωάννη, τάς της Πίστεως χάριτας* των γαρ πατρώων θεσμών άντεχόμενος * τους εκ της 'Άγαρ άθλήσας κατήσχυνας.* Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε * δωρήσασθαι ήμΐν το μέγα έλεος.

Ἀκολουθία Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰωάννου ἐκ Γουβῶν Μονεμβασίας

• Ακολουθία του Αγίου Νεομάρτυρα ΙΩΑΝΝΟΥ συνέταξε ο Ιεροδιάκονος του Μητροπολίτου Μονεμβασίας Χρυσάνθου, Πανάρετος Αγγελόπουλος, η οποία εξεδόθει υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Ανδρούσης Ιωσήφ το 1820 στην Καλαμάτα. Πρόσφατα δε ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Ιγνάτιος Μανδελίδης. Ιεροκήρυξ Λαρίσης, εξέδομε αυτήν διορθωμένη υπό του μακαριστού Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, Υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

• Ἀκολουθία Νεομάρτυρος ΙΩΑΝΝΟΥ τοῦ ἐκ Μονεμβασίας Ψαλλομένη τῇ 21η Ὀκτωβρίου
https://orthodoxhymnography.blogspot.com/2019/03/blog-post_59.html και [PDF]
• Ακολουθία του αγίου ενδόξου νεομάρτυρος Ιωάννου του εκ Μονεμβασίας και εν Λαρίσση κατά το χιλιοστόν επτακοσιοστόν εβδομηκοστόν τρίτον σωτήριον έτος λαμπροφανώς μαρτυρήσαντος / Συντεθείσα παρά του Παναρέτου Αγγελοπούλου ___ θεωρηθείσα δε παρά του θεοφιλεστάτου επισκόπου Ανδρούσης κ. Ιωσήφ εν έτει αωκ, εν Καλαμάτα, εξεδόθη επιμελεία του Ηγουμενοσυμβουλίου της Ιεράς μονής Γαρδικίου.

Έκδοση 1893
Έκδοση 1920


Ο Άγιος νεομάρτυς Ιωάννης ο Μονεμβασιώτης


Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας αποτελούν σπουδαία πρότυπα για τον κόσμο, ο οποίος «ὅλος ἐν πονηρῷ κεῖται». Ιδίως σε εποχές, όπου καταργείται κάθε κύρος και αξία και σφυροκοπούνται αδιάκοπα και με κάθε είδους πνευματικής βίας οι Χριστιανοί και ιδιαιτέρως η νεολαία μας, έτσι ώστε να συμπορεύονται με το ρεύμα του κόσμου. Σε τέτοιες εποχές ο βίος του δεκαπεντάχρονου Αγίου Νεομάρτυρα Ιωάννου του εκ Μονεμβασίας είναι πράγματι ένα δυνατό, σπουδαίο και φωτεινό πρότυπο προς μίμηση και ενθάρρυνση για τους νέους μας στον πνευματικό τους αγώνα. «Παράδειγμα υπομονής για όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς», γράφει για τον Άγιο νεομάρτυρα Ιωάννη, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος συμπεριέλαβε το Μαρτύριο του Αγίου, μόλις 20 χρόνια μετά την ένδοξη κοίμησή του, στο «Νέο Μαρτυρολόγιο». Είναι επιτακτική η ανάγκη να προβάλλονται νεομάρτυρες, όπως ο Ιωάννης, για να αποτελούν το παράδειγμα της σταθερότητας για τους νέους μας για τα Όσια και τα Ιερά της Πίστης και της Πατρίδας μας, αγαθά για τα οποία πότισαν την Ελληνική γη με το τίμιο και αγνό αίμα τους, ήρωες της Πίστης μας.

Το Μαρτύριο του Αγίου και την Ιερή Ακολουθία του συνέγραψε ο χρηματίσας Αρχιδιάκονος του τελευταίου Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Καλαμάτας και Εθνομάρτυρα Χρύσανθου Παγώνη, Πανάρετος Αγγελόπουλος από τα Λαγκάδια Γορτυνίας, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ο οποίος διετέλεσε Ηγούμενος σε δύο Ιερές ιστορικές Μονές της Καλαμάτας. Στην Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία (1827 – 1834) και στην Ιερά Μονή Βαλανιδιάς (1834 – 1856), οπότε δολοφονήθηκε ενώ επέστρεφε στο μοναστήρι. Την προαναφερθείσα ιερή Ακολουθία «θεώρησε» ο Επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ το 1820, και «ἐξεδόθη ἐπιμελείᾳ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γαρδικίου ἐν Καλάμαις, ἐκ τοῦ Τυπογραφείου Ἰω. Πολυμενάκη 1893».

Ο Άγιος του Θεού νεομάρτυς Ιωάννης γεννήθηκε στη μικρή πόλη Γούβες της Μονεμβασίας και ήταν μοναχοπαίδι. Ο πατέρας του Δημήτριος ήταν ιερέας και καταγόταν από το χωριό Γεράκι, όπου ήταν τότε η έδρα της Επισκοπής Έλους της Ιεράς Μητρόπολης Μονεμβασίας και Καλαμάτας. Χειροτονήθηκε ιερέας από τον Επίσκοπο Έλους Κύριλλο (1755 – 1769) και τοποθετήθηκε Εφημέριος της Ενορίας του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου Γουβών της Μονεμβασίας, τόπου καταγωγής της Πρεσβυτέρας του και μητέρας του Αγίου.

Ο μικρός Ιωάννης ήταν, όπως αναφέρει ο βιογράφος του, «πεπαιδευμένος τα ιερά γράμματα». Ο πατέρας του, ιερέας Δημήτριος, τον δίδασκε καθημερινά από τα ιερά βιβλία της Εκκλησίας μας και έτσι ο μικρός Ιωάννης απέκτησε πίστη δυνατή και θέληση ισχυρή, μιμούμενος τις μορφές των μεγάλων Αγίων και Οσίων της Εκκλησίας μας. Διατηρούσε δε πάντα στην καρδιά του τη συνείδηση ότι είναι γιος ιερέα και αυτός ήταν ο λόγος για την καθ’ όλα προσεκτική ζωή του.

Το 1770, όταν άρχισαν τα «Ορλωφικά», εξαπολύθηκαν από την «Υψηλή Πύλη» στην Πελοπόννησο 60.000 Αλβανοί με σκοπό να λεηλατήσουν και να κατασφάξουν τους Πελοποννησίους. Πάνω από 20.000 κάτοικοι πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Οι περισσότεροι από τους εναπομείναντες σφαγιάστηκαν. «Η χερσόνησος ηρημώθη κατοίκων» γράφει ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Αυτή η πλημμύρα του αίματος έπνιξε και την οικογένεια του μικρού Ιωάννη. Ο πατέρας του, ιερέας Δημήτριος, σφαγιάστηκε μπροστά στο ποίμνιό του πρώτος απ’ όλους στην κεντρική πλατεία των Γουβών. Ήταν ένας από τους 6.000 κληρικούς οι οποίοι, κατά τη μαρτυρία του Γάλλου Πρόξενου Πουκεβίλ, θανατώθηκαν κατά την περίοδο του αγώνα.

Η μητέρα του μαζί με το δωδεκάχρονο Ιωάννη αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στη Λάρισα, όπου πουλήθηκαν από τους Αλβανούς δύο και τρεις φορές ο καθένας σκλάβοι και αγοράστηκαν από Τούρκους. Έτσι χωρίστηκαν μητέρα και γιος. Μετά από δύο χρόνια πουλήθηκαν για ακόμα μια φορά και οι δύο και αγοράστηκαν, με θέλημα Θεού, από τον ίδιο πλούσιο Τούρκο, κάτοικο Λάρισας, ο οποίος είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη. Τώρα η μητέρα και ο έφηβος γιος της ήταν πάλι μαζί και δόξαζαν το Θεό για αυτή την ευλογία. Ο πλούσιος Τούρκος, στου οποίου την κυριότητα ανήκαν ο Άγιος και η μητέρα του δεν είχε αποκτήσει παιδιά από το γάμο του. Θαύμαζε τον Άγιο για την αρρενωπότητα, την ευγένεια, την υπευθυνότητα, την υπακοή, αλλά και το αγέρωχο του χαρακτήρα του. Αυτός και η σύζυγός του σκέφτηκαν να υιοθετήσουν τον ευγενή νέο κι έτσι να πραγματοποιήσουν τον ως τότε ανεκπλήρωτο πόθο τους να αποκτήσουν ένα παιδί πιστό σε αυτούς. Αυτό όμως σήμαινε τον εκτουρκισμό και εξισλαμισμό του Ιωάννη, πράγμα το οποίο ο Ιωάννης δεν επρόκειτο να δεχτεί, επειδή μπροστά στα άγια μάτια του είχε την εικόνα του μάρτυρα πατέρα του και στα αυτιά του αντηχούσαν οι πατρικές νουθεσίες και διδασκαλίες περί της Ελληνορθόδοξης Πίστης μας.

Προετοιμαζόταν ο Τούρκος να κάνει την πρόταση της υιοθεσίας προς τον Άγιο και για αυτό «μαλάκωσε» τη συμπεριφορά του προς αυτόν και τη μητέρα του. Έφτασε η στιγμή όπου έκανε την πρόταση στον Ιωάννη και όπως ήταν φυσικό απέσπασε την άρνηση του Αγίου. Από τότε, σαν τύραννος, δεν έπαυε να ενοχλεί τον Ιωάννη να δεχτεί την παράλογη πρότασή του. Χρησιμοποίησε κάθε μέσο προκειμένου να δελεάσει τον Άγιο να αρνηθεί τα πατρώα δόγματα και να ομολογήσει στη θρησκεία του Ισλάμ. Ενίοτε τον πίεζε με κολακείες και υποσχέσεις για πλούτο και αξιώματα, ενίοτε με απειλές για τιμωρίες και βασανιστήρια. Ήταν τέτοια η μανία του άπιστου Αγαρηνού ζεύγους να παρασύρουν τον άγιο στα άνομα σχέδιά τους, ώστε χρησιμοποίησαν ακόμα και τη μαγεία. Ο βιογράφος του σημειώνει πως η σύζυγος του Τούρκου κάλεσε στο σπίτι της «άλλα κακογραΐδια Αγαρηνά», ώστε «με μαγείες και σατανικά γητεύματα να κάμουν έξω φρενών τον ευλογημένο Ιωάννη ή καν να τον ελκύσουν εις επιθυμίαν γυναικός, και ούτως να τον τουρκίσουν». 

Ο Ιωάννης όμως, ως πραγματικός στρατιώτης του Ιησού Χριστού ενδεδυμένος με την πανοπλία του Αγίου Πνεύματος, παρέμεινε στερεός και ανεπηρέαστος από «τας μεθοδείας του Διαβόλου», διατηρώντας την πίστη και την αγνότητά του. Αφού ο άπιστος Αγαρηνός είδε ότι ο Άγιος δεν πτοείτο από τα πλούτη και τα αξιώματα, τα οποία του έταζε και δε φοβόταν καθόλου από τις απειλές, αλλά παρέμενε ακλόνητος στην Πίστη του, οργίστηκε και μια μέρα του Ιουλίου οδήγησε τον Άγιο, υπό την απειλή του ξίφους του σε ένα από τα μουσουλμανικά τεμένη (τζαμιά) της Λάρισας. Εκεί έσπευσαν και άλλοι ομόδοξοι του Τούρκου και άρχισαν να εκφοβίζουν τον Ιωάννη και να τον απειλούν χτυπώντας τον και σπαθίζοντάς τον. Ο δούλος του Θεού Ιωάννης παρέμεινε, ως γνήσιος Χριστιανός και Έλληνας που ήταν, ακλόνητος και αμετακίνητος στην πίστη του χωρίς να φοβηθεί ή να δειλιάσει στο παραμικρό. Μάλιστα ομολόγησε με θάρρος: 
  • «Δε γίνομαι Τούρκος∙ εγώ χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να αποθάνω».


Όταν γύρισαν από το τζαμί, ο μεν Άγιος γεμάτος πληγές και αίματα, ο δε Αγαρηνός πολύ θυμωμένος και ντροπιασμένος από την ήττα του αναζητούσε αφορμή για να εκδικηθεί τον Άγιο. Και η αφορμή δόθηκε. Έφτασε η ευλογημένη νηστεία της Υπεραγίας Θεοτόκου για τη γιορτή της τον Δεκαπενταύγουστο. Ο Αγαρηνός, όπως και άλλοι ασεβείς διώκτες του Χριστού, επέμενε και πίεζε τον Άγιο να «χαλάσει» τη νηστεία και να αρτυθεί. Δεν του έδινε φαγητό παρά μόνο αρτύσιμο. Βλέποντας ότι ο Άγιος περιφρονούσε τα ελκυστικά εδέσματα τα οποία του προσέφερε, έκλεισε τον Ιωάννη στο στάβλο μαζί με τα άλογα, τον κρέμασε από ένα δοκό και συχνά έβαζε φωτιά σε άχυρα κάτω από τα πόδια του Αγίου, ώστε αυτός να ζαλίζεται από τον καπνό και έτσι, μέσω της δυσκολίας στην αναπνοή, η ταλαιπωρία του να είναι μεγαλύτερη και διά της βίας να αποσπάσει τη συγκατάθεσή του στα φληναφήματά του. Καθ’ όλο το διάστημα της ιεράς νηστείας ο Ιωάννης υπέμεινε το μαρτύριο αυτό, καθώς και την πείνα και τον ξυλοδαρμό. Ο μεγαλύτερος όμως πειρασμός τον οποίο υπέμεινε ο Άγιος ήταν η αντίδραση της μητέρας του. Πολλές φορές ο Αγαρηνός τον βασάνιζε μπροστά στα μάτια της. Ποια μητέρα αντέχει να βλέπει τον αργό και βασανιστικό θάνατο του παιδιού της; Βλέποντας λοιπόν την άκαρδη και ανάλγητη συμπεριφορά του Τούρκου προς το γιο της, τα φρικτά βασανιστήρια τα οποία καθημερινώς υπέμενε ο Άγιος, το αίμα το οποίο έρρεε από τις πληγές του, λύγισε και εκλιπαρούσε θερμά το παιδί της να υποχωρήσει και να φάει. Ισχυριζόταν πως αυτό δε θα λογιστεί ως δική του αμαρτία, αφού δεν θα καταλύσει τη νηστεία εκουσίως, αλλά κάτω από πίεση. Ο Ιωάννης παρέμεινε ανεπηρέαστος στα λόγια της μητέρας του. Αντιθέτως δε, την ενθάρρυνε και την ενδυνάμωνε λέγοντας: 
  • «Διά τι κάμνεις έτσι μητέρα μου; Διά ποια αιτία κλαίεις; Διά τι δεν μιμείσαι κι εσύ τον Πατριάρχην Αβραάμ, ο οποίος διά την αγάπην του πλάστου του ηθέλησε να θυσιάσει τον μονογενή του υιόν, μόνον κλαίεις, και θρηνείς διά λόγου μου; Εγώ είμαι παπά υιός και πρέπει να φυλάττω καλύτερα από τους υιούς των λαϊκών τους νόμους και τα έθιμα της αγίας μας Εκκλησίας, διά τι όταν τα μικρά δεν φυλάττομεν, πώς ημπορούμεν να φυλάξωμεν τα μεγάλα;»
Δύο μήνες υπέφερε ο Άγιος νεομάρτυς Ιωάννης τα βασανιστήρια του τυράννου. Βλέποντας ότι δεν είχε άλλες αντοχές και αισθανόμενος το τέλος της επίγειας ζωής του εξέφρασε στη μητέρα του την τελευταία του επιθυμία. Παρακάλεσε λοιπόν τη μητέρα του να ενταφιάσει το σώμα του και να παραμείνει στη Λάρισα μέχρι τη στιγμή της εκταφής, για να παραλάβει τα οστά του και να τα μεταφέρει στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, τα Γουβιά της Μονεμβασίας.

Καθώς δεν είχε άλλο τρόπο να βασανίσει τον Άγιο Ιωάννη, ο Τούρκος αφέντης του, θυμωμένος και απογοητευμένος από την άρνηση του και την «απειθή» συμπεριφορά του προς αυτόν, μαχαίρωσε τον Άγιο κοντά στην καρδιά, ο οποίος παρέδωσε την ψυχή του μετά από δύο μέρες στα χέρια του Θεού, σε ηλικία 15 ετών. Ήταν 21 Οκτωβρίου του έτους 1773. Μετά το μαρτυρικό τέλος του Αγίου ο άπιστος και ασεβής Αγαρηνός έριξε το καταπληγωμένο σώμα του μακριά από το σπίτι του για να καταφαγωθεί από σκυλιά και άγρια ζώα. Ομοίως, έδιωξε από το σπίτι του με περιφρόνηση και αναλγησία τη γηραιά μητέρα του Αγίου. Εκείνη κρατούσε στα χέρια της το τιμημένο Λείψανο του Μάρτυρος γιου της, αγκαλιάζοντάς και καταφιλώντας αυτό με στοργή, κλαίγοντας για τους πόνους και τις πληγές που αυτός είχε υπομείνει με θάρρος και ανδρεία. Έμεινε φύλακας και προστάτιδα του σκηνώματός του. Ο πόνος, η εξάντληση και το γήρας δεν της επέτρεπαν να το ενταφιάσει. Παρέμενε δίπλα του μη γνωρίζοντας πού να πάει και τι να κάνει. Ήταν σα να μην υπήρχε τίποτα γύρω της. Όλος ο κόσμος για αυτήν ήταν το κατασφαγμένο, γεμάτο αίματα σκήνωμα του ποθητού γιου της. Η γλυκύτητα του προσώπου του, η φωτεινότητα και η άρρητη ευωδιά την έκαναν τώρα να κλαίει όχι από λύπη για το χαμό του, αλλά από χαρά διότι ήξερε ότι αναπαύεται στις αγκάλες του Θεού. Επί δύο μέρες ουράνιο φως έλουζε την τοποθεσία εκείνη που κειτόταν το σώμα του νεομάρτυρα, γεγονός το οποίο παρατήρησαν όλοι οι Χριστιανοί κάτοικοι της Λάρισας. Όλοι υπέθεσαν ότι ο Θεός διά του σημείου αυτού θέλει να τους μηνύσει κάποιο σημαντικό γεγονός. Πήγαν στο σημείο του φωτός για να εξακριβώσουν περί τίνος πρόκειται. Εκεί βρήκαν τη μητέρα να κρατά στα χέρια το νεκρό γιο της.

Επέστρεψαν συγκλονισμένοι στη Λάρισα και ειδοποίησαν το Μητροπολίτη Λαρίσης, ο οποίος ήδη από τρία χρόνια διέμενε στον Τύρναβο από φόβο για τη σκληρότητα των γενίτσαρων της Λάρισας. Όταν ο Μητροπολίτης Λαρίσης Μελέτιος ο Δ’ πληροφορήθηκε το γεγονός, πήρε την άδεια κι έφτασε στη Λάρισα μεταμφιεσμένος και ενταφίασε με ευλάβεια το ιερό σκήνωμα. Η μητέρα του Αγίου παρέμεινε στη Λάρισα, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι ζητιανεύοντας τον επιούσιο και αναμένοντας την ημέρα της εκταφής για να κάνει πράξη την επιθυμία του μονογενούς της. Γαι αυτό δε δέχτηκε να ακολουθήσει τον αδελφό της, ο οποίος τη βρήκε μετά από αναζήτηση, πίσω στην πατρίδα τους.

Πέρασε ο καιρός και έφτασε η ώρα της εκταφής. Ο Μητροπολίτης Λαρίσης τέλεσε την εκταφή και παρέδωσε τα ιερά Λείψανα στη μητέρα του Αγίου για να τελέσει το χρέος της. Εκείνη τα πήρε και αφού περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο έφτασε κάποτε στην πατρίδα της, τις Γούβες, όπου έμεινε με τον αδελφό της. Κρατούσε τα ιερά Λείψανα κρυμμένα σαν πολύτιμο θησαυρό, επειδή φοβόταν μήπως τα ζητήσει ο τότε Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Καλαμάτας Ιγνάτιος (Τζαμπλάκος) και στερηθεί το ανεκτίμητο αυτό κειμήλιο. Όταν έφτασε η μέρα της δικής της κοίμησης, παρήγγειλε στους συγγενείς της κατά τον ενταφιασμό της να τοποθετήσουν μαζί της και τα ιερά Λείψανα του Μάρτυρα γιου της Ιωάννη, πράγμα το οποίο έπραξαν.

Δεκαπέντε (15) χρόνια μετά το θάνατό της πέθανε και η σύζυγος του αδελφού της και έπρεπε να ταφεί στον τάφο της οικογενείας. Την ώρα που έσκαβαν, άρρητη ευωδία κατέλαβε άπαντες τους παρευρισκόμενους. Τότε θυμήθηκαν ότι στο ίδιο σημείο βρίσκονταν ενταφιασμένα τα ιερά Λείψανα του Αγίου Μάρτυρα Ιωάννη. Έτσι, με ευλάβεια και μετά φόβου Θεού, τέλεσαν την ανακομιδή των οστών, τα οποία ήταν άθικτα, ακόμη και ο σάκος εντός του οποίου ήταν τοποθετημένα είχε διατηρηθεί σε άριστη κατάσταση. Το δε σώμα της μητέρας του ήταν τελείως διαλυμένο. Τα ιερά λείψανα τα οικειοποιήθηκε κάποιος ιερέας, συγγενής τους, ονόματι Ιωάννης Καυσοκαλύβας. Λόγω των πολλών θαυμάτων που επιτελούσαν τα ιερά Λείψανα του Αγίου στους πιστούς και ευλαβείς προσκυνητές δεν ήταν δυνατό να παραμείνει κρυφή η ύπαρξη τους ούτε η κατοχή τους από τον ιερέα συγγενή του Αγίου. Όταν ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Καλαμάτας Χρύσανθος Παγώνης πληροφορήθηκε τα άνωθεν, εξέφρασε την επιθυμία να τα δει και να τα προσκυνήσει. Ο ιερέας συγγενής του Αγίου ήταν κακότροπος και δεν επέτρεψε στο Μητροπολίτη να πραγματοποιήσει την ιερή αυτή επιθυμία του.

Το έτος 1818 ο εν λόγω ιερέας πέθανε και ο Μητροπολίτης έσπευσε συνοδευόμενος από το Διάκονό του, Πανάρετο Αγγελόπουλο, το συγγραφέα του βίου του Αγίου, τέλεσε την εξόδιο Ακολουθία της Κηδείας του και κατόπιν παρέλαβε όσα από τα ιερά Λείψανα του Αγίου διασώθηκαν, αφού ο ιερέας Ιωάννης είχε δωρίσει την τιμία Κάρα του Αγίου στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Επισκοπής Έλους, όπου θεράπευσε το παράλυτο χέρι μιας γυναίκας. Ο Μητροπολίτης άφησε μέρος των ιερών Λειψάνων στη Μονεμβασία. Τα υπόλοιπα τα μετέφερε στην Καλαμάτα. Η οικογένεια Παγώνη δώρισε τα ιερά Λείψανα και τη χειρόγραφη ιερά Ακολουθία του Αγίου στην Ιερά Μονή του Γαρδικίου. Με την πάροδο του χρόνου η Μονή αυτή ερημώθηκε και για αυτό τα ιερά Λείψανα περιήλθαν στην ιστορική Ιερά Μονή του Βουλκάνου, στην οποία φυλάσσονται, σα διαμάντια σε ασημένια λειψανοθήκη, δύο μεγάλα τεμάχια από τα χέρια του Αγίου. Αναδίδουν μύρο και επιτελούν θαύματα στους πιστούς που προσέρχονται.

Με τα ιερά Λείψανα του Αγίου, ο νυν Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος (Θέμελης) τελεί κατά κόρον τα εγκαίνια Ιερών Ναών της Ιεράς Μητρόπολης Μεσσηνίας. Για αυτό και αναφωνούν με ευλάβεια και ιερή συγκίνηση το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Ιεράς Μητρόπολης Μεσσηνίας, μαζί με τους πατέρες της Ιεράς Μονής του Βουλκάνου:
  • «Καλαμάτα ἡ λαμπρά, χαίρει καί τέρπεται φαιδρῶς, τῶν Λειψάνων τῶν σεπτῶν, λάρνακα θείαν σου στέρρε, κατηξιώθην βαστάζειν καί περιπτύσσειν, λαός δέ τοῦ Χριστοῦ, σού τήν μνήμην τιμᾶ, ἐνθέρμως σοί βοᾶ ἀξιάγαστε. Ἀγαρηνῶν διασῶσον τοῦ βάρους καί τόν κλοιόν κατασύντριψον, τῆς τούτων βλάβης καί τῆς κακίας, ἀνωτέρους ἀνάδειξον. (Κάθισμα γ’ Στιχολογίας, ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ).
Θεόκλητου Λαμπρινάκου, Ο Άγιος νεομάρτυς Ιωάννης ο Μονεμβασιώτης, Περιοδικό Διδαχή, Καλαμάτα, Οκτώβριος 2006, Τεύχος 653, σ. 101-105. romiosini.org


Ο Κύριος Ιησούς Χριστός
και η Υπεραγία Μητέρα Του
η επονομαζομένη 
Παναγία Αρβανίτισσα 
να σας ευλογούν.

† Γέρων Νεκτάριος 
Μοναχός Αγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: